Σε ευχαριστώ αλλά…δεν μπορείς.

0
181

Αν και η καταγωγή μου είναι από την αγαπημένη μικρούλα Παηδονιά της περιοχής Πωγωνίου, τις διακοπές μου τις περνούσα στα Γιάννινα όπου από πολλά χρόνια πίσω, είχε εγκατασταθεί οικογένεια μας.

Στα αγαπημένα Γιάννινα της καρδιάς μου, εκεί που μ' έστελνε τα καλοκαίρια ο Πατέρας μου, που γι' αυτόν τα Γιάννινα ήσαν η αρχή και το τέλος του κόσμου!

Εκεί τον γέννησε η Κυρά-Μάνα η Καλλιόπη που για τελευταία φορά που την φίλησε, ήταν εκείνο το πρωινό που εκείνος της έγνεψε απ' τη στροφή της τότε οδού Δαγκλή και σήμερα Φρόντζου, για να χαθεί ύστερα βηματίζοντας πάνω στα γλιστερά φθαρμένα καλντερίμια, στο ταξίδι του για την άτυχη εκστρατεία της Μικράς Ασίας όπου τον καλούσε η Πατρίδα. Από τότε μου διηγείτο πάντα με δακρυσμένα μάτια:

«Από εκείνη τη φορά δεν ξαναείδα πια τη Μάνα μου. Πέθανε στο μεταξύ η χρυσή μου και σίγουρα την πήραν στην αγκαλιά τους οι άγγελοι να την παν στους ουρανούς».

Το Γιαννιώτικο πατρικό μας σπίτι του 1847 της οδού «Δαγκλή 13»!  

Μου τα διηγιόνταν ο Πατέρας μου αυτά και άλλα, ξανά και ξανά, με πικρή νοσταλγία και πόνο γιατί σίγουρα αισθάνθηκε πως ήταν τότε η στιγμή που σημάδευε το τέλος μιας εποχής που το Γιαννιώτικο πατρικό μας, τότε ακόμη στεκόταν όρθιο αλλά περήφανο στο πείσμα των καιρών, ζωντανεύοντας με την παρουσία του, τους όσους θρύλους που κόντευαν να πεθάνουν από την αμείλικτη πεζοπορία της ζωής. Μιας ζωής που ποτέ δεν έκανε όπισθεν!

Για αυτό το σπίτι του 1847 της οδού «Δαγκλή 13» που η οικογένεια το άφησε λαβωμένο από τους καιρούς, λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων για να έρθουν προς Αθήνα για ένα νέο τους ξεκίνημα, θα μπορούσα να σας μιλάω για ώρες πολλές, ανακουφίζοντας την καρδιά μου με τις αναμνήσεις μου σκαλωμένες μια ζωή στα τόσα μικροπράγματα που τότε περνούσαν σαν δεδομένα χωρίς ιδιαίτερη αξία.

Tα σκοτεινά κελάρια με τα γεννήματα και τα βαρέλια με κρασί η λάδι, μέχρι τα υπνοδωμάτια που πάγωναν τον Γιαννιώτικο χειμώνα, το προφυλαγμένο από το βαρύ κρύο καθιστικό, και την απόμακρη αυστηρή κουζίνα που η μεγάλη της τζαμαρία έβλεπε από ψηλά τον κήπο του σπιτιού.

Τον μικρό μας παράδεισο που εμείς παιδιά, τον φυτεύαμε ζαρζαβατικά και με καμάρι τα μαζεύαμε ώριμα πια με τα πρώτα πρωτοβρόχια, που στα Γιάννινα ερχόντουσαν πάντα πρώιμα και που η Γης τότε μοσχοβολούσε το αξέχαστο δυνατό άρωμα του Ηπειρώτικου φθινόπωρου. Του φθινόπωρου που μας μηνούσε πως είχε έρθει πια η ώρα να γυρίσουμε και πάλι στην Αττική.

Αχ, αυτός ο φιλόξενος κήπος στο πίσω μέρος του σπιτιού. Μεταξύ άλλων, προστάτευε και τις όμορφες αδελφές του Πατέρα μου από τα κακόβουλα μάτια των Οθωμανών κατακτητών που πολλοί από αυτούς δεν δίσταζαν να εκφράζουν και να επιβάλλουν καμιά φορά επιτακτικά τις όποιες βουλήσεις των. Γι' αυτό υπήρχαν και τα γραφικά καφασωτά παράθυρα με τα δαντελένια κουρτινάκια τους σε πολλά σπίτια,για να βλέπουν – τα παλιά τα χρόνια – από εκεί οι κοπέλες το δρόμο και να διασκεδάζουν την κοινωνική ερημιά που τους επέβαλαν οι τότε συνθήκες.

Αυτός ο κήπος που λέτε, φιλοξενούσε μια ροδιά που έπαιζε σπουδαίο ρόλο στα παιδικά μας χρόνια. Μπορεί να ήταν ο θαυμασμός μας για τα κατακόκκινα ρόδια που μας εντυπωσίαζαν, ίσως και τα χαμηλά κλαδιά της που μας βοηθούσαν στο σκαρφάλωμα μέχρι να φθάσουμε στους καρπούς της.

Από τα πολλά θαύματα του κήπου, ποτέ δεν αντιληφθήκαμε γιατί αυτή η ροδιά κράτησε τα σκήπτρα στις αναμνήσεις μας. Πάντως γεγονός είναι πως εκείνη την εποχή, τα πάντα περνούσαν κάπως φευγαλέα από τις εντυπώσεις μας και πολύ αργότερα αξιολογήσαμε, ώριμοι πια, τα όσα στην αμέριμνη παιδική μας ζωή μας προσπέρασαν κινηματογραφικά. Αισθανθήκαμε όμως – μεγάλοι πια – πως είχαμε μπολιαστεί από τα αξέχαστα Γιάννινα.

Στην ψυχή μας ζούσαν ακόμη οι πελαργοί που με τις τεράστιες τους φτερούγες φωλιάζαν στις σκεπές των σπιτιών μας και στα καμπαναριά. Η οδός Αβέρωφ που κατέβαινε στη λίμνη και που μοσχοβολούσε από την έντονη μυρουδιά του τσαρουχιού που δούλευαν σπουδαίοι τεχνίτες και που τα πουλούσαν κατόπιν στα γύρω ορεινά χωριά.

Το «υποβρύχιο» που μας πρόσφερε ο Παππούς στην κεντρική πλατεία τα καλοκαιρινά δειλινά. Τα άχυρα πιο ψηλά στον Κουραμπά εκεί που φύτρωναν οι μοσχομυρισμένες φλαμουριές που ακόμη ζουν και βασιλεύουν στην είσοδο της πόλης.

Η πεντάμορφη λίμνη με τις βιαστικές αγριόπαπιες να μαθαίνουν κολύμπι στα μικρά τους. Το ιστορικό ρολόι ,έργο του μεγάλου Αρχιτέκτονα και θείου μας του Περικλή Μελίρρυτου που σαν ακούγονταν ο κτύπος του – οκτώ φορές – τα δροσερά βραδάκια του Σεπτεμβρίου, αυτό σήμαινε πως είχε έρθει η ώρα να πάρουμε το γυρισμό για το σπίτι.

Ολες αυτές οι «συγκλονιστικές» μετέπειτα αναμνήσεις στη ζωή μου, με τραβούσαν να βρεθώ πίσω στα αγαπημένα Γιάννινα. Συνέχεια με καλούσαν σαν σειρήνες να γυρίζω και να ξαναγυρίζω στη μεγάλη αγκαλιά της πόλης που την ένιωθα γαντζωμένη στην ψυχή μου. Ένα αίσθημα που τυλίγει όσους από μας ξεμακρύναμε αναγκαστικά από τις ρίζες μας.

Αλλοι από μας ταλαίπωροι, άλλοι άτυχοι και…..άλλοι πολύ πιο τυχεροί που τελικά τους φιλοξένησε μια Κηφισιά πεντάμορφη σαν την Πεντάμορφη του παραμυθιού.

Στα χρόνια που πέρασαν, ο Πατέρας μου και τα αδέλφια του αναγκάστηκαν να πουλήσουν το ετοιμόρροπο πατρικό μας που – αλλοίμονο – έδωσε τη θέση του σε μια από τις τόσες πολυκατοικίες που κατέστρεψαν μεγάλο μέρος της ιστορικής αρχιτεκτονικής του τόπου και ουσιαστικά σκότωσαν αλύπητα την τρισεύγενη φυσιογνωμία της πόλης.

Αυτές η εξελίξεις, από καιρό με εμπόδιζαν να σταθώ μπροστά στο θλιβερό «υποκατάστατο» του πατρικού μας που είχε προκύψει και να το αντικρίσω. Φοβόμουν πως θα βούλιαζα στη γη που θα πατούσα!

Όμως, μια μέρα σ' ενα μου ταξίδι στα Γιάννινα, αποφάσισα να αντιμετωπίσω την αλήθεια και με σφιγμένα συναισθήματα κατηφόρισα τη Φρόντζου (αιωνία η μνήμη του μεγάλου αυτού λάτρη των Ιωαννίνων) και στάθηκα μπροστά στο ανέκφραστο, παγωμένο κατασκεύασμα που αντίκρισα.

Λύγισαν τα πόδια μου και καρφώθηκαν τα μάτια μου στη στοά που ξεδιπλώνονταν κάτω στο ισόγειο μπροστά μου, από το δρόμο μέχρι πίσω που εκεί που κάποτε απλώνονταν ο κήπος της Εδέμ των παιδικών μας χρόνων!

Μέσα η στοά, γεμάτη μαγαζιά και άγνωστους ανθρώπους που δεν γνώριζα βέβαια και που όμως σχεδόν ασυναίσθητα και χωρίς κανένα λόγο εκείνη τη στιγμή τους……μίσησα αλλά….ελπίζω…..χωρίς κακία. Ταράχθηκα και ένιωσα πικρία όπως συχνά ένας εξόριστος στον ίδιο του τον τόπο και μάλιστα μόνος εντελώς ανάμεσα στο αδιάφορο πλήθος.

Εκείνο λοιπόν το απόγευμα, στο βάθος της στοάς του ψυχρού κτηρίου, ο ήλιος που σιγά-σιγά έγερνε, έριχνε τις τελευταίες του αχτίδες στον κήπο που είχε σωθεί από το θάνατο που σάρωνε λίγο-λίγο όλα τα παραδοσιακά της περιοχής.

Και εκεί στο βάθος που κατέληγε στο ξέφωτο και που άρχισαν τα συναισθήματα μου να μου υγραίνουν τα μάτια, να σου και η Ροδιά ηλιόλουστη να με κοιτάει σαν με αγωνία – μου φάνηκε – και σαν να μου φώναζε «Γιαννάκη μου ναι, εγώ είμαι, έλα κοντά μου…..αντέχω ακόμη…..ανέβα στα κλαριά μου, σε περιμένω τόσα χρόνια!».

Κι' όπως αμήχανος και εκστατικός φαίνεται να είχα σκλαβώσει το βλέμμα μου πολύ ώρα στην γέρικη Ροδιά της νιότης μου, βγαίνει απ' το τελευταίο μαγαζί εκεί στο βάθος της στοάς, μια νεαρή κοπελιά και μου λέει με την ευγενική και ανέμελη φωνή της νιότης της:

«Μπορώ μήπως να σας εξυπηρετήσω σε κάτι κύριε; Εκείνη τη στιγμή, γύρισαν στη γερασμένη μου θύμηση, όλα τα χρυσά χρόνια της νιότης μου. Ξαφνιάστηκα αρχικά με την ερώτηση της αλλά συνήλθα από το…..όνειρο της στιγμής. Αποτράβηξα το βλέμμα μου που ακόμη είχα γαντζωμένο σφιχτά πάνω στη ροδιά, και της απάντησα με βουρκωμένα μάτια. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ παιδί μου, αλλά…..δυστυχώς…..δεν μπορείς!». 

{jcomments on}

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

*

code